Η μεσογειακή φώκια μοναχός (Monachus monachus) είναι ένα από τα σπανιότερα και πλέον απειλούμενα είδη του πλανήτη, με λιγότερα από 600 ζώα να παραμένουν εν ζωή. Στη χώρα μας, οι φώκιες αυτές βρίσκουν καταφύγιο αλλά και χώρους αναπαραγωγής στις παραθαλάσσιες σπηλιές των νησιών και συγκεκριμένα σε αυτές της Κιμώλου-Πολυαίγου, της Γυάρου, των Βόρειων Σποράδων και της Καρπάθου- Σαρίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.


Το συγκεκριμένο είδος λοιπόν χαρακτηρίζεται ως κρισίμως κινδυνεύον από την Διεθνή Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN) ενώ βρίσκεται και στο παράρτημα 1 της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES). Άλλοι διεθνείς νομικοί μηχανισμοί που αναγνωρίζουν και προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της εξαφάνισης της είναι η Συνθήκη της Βόννης, της Βέρνης, της Βιοποικιλότητας και της οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους Οικοτόπους. Αιτία για όλα αυτά αποτελεί το γεγονός πως ενώ παλαιότερα η φώκια μοναχός ήταν εξαπλωμένη σε όλες τις ακτές της Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και του ανατολικού Ατλαντικού, σήμερα έχουν απομείνει μόνο δύο είδη και περίπου 600 ζώα ,όπως αναφέραμε και στον πρόλογο. Τελευταίο είδος που εξαφανίστηκε ήταν η Φώκια της Καραϊβικής, την οποία κήρυξε ως εξαφανισμένο είδος το 2008 η αμερικάνικη κυβέρνηση. Ας δούμε όμως τώρα και μερικά ιστορικά στοιχεία για την συγκεκριμένη φώκια, της οποίας η ύπαρξη συνδέεται άμεσα με την χώρα μας.


Στην αρχαία Ελλάδα, οι φώκιες μοναχοί βρίσκονταν υπό την προστασία του Ποσειδώνα και του Απόλλωνα εξαιτίας της αγάπης που έδειχναν για την θάλασσα και τον ήλιο. ¨Ένα από τα πρώτα νομίσματα που κόπηκαν, περίπου το 500 π.Χ., απεικόνιζε το κεφάλι μιας φώκιας μοναχού ενώ τα πλάσματα αυτά αποθανατίστηκαν στη γραπτά του Ομήρου, του Πλούταρχου και του Αριστοτέλη. Για τους ψαράδες και τους θαλασσοπόρους, το να πετύχαινες να δεις αυτά τα ζώα να παίζουν στα κύματα ή να λιάζονται στις παραλίες, θεωρούνταν ως οιωνός καλής τύχης.


Οι άνθρωποι άρχισαν να κυνηγούν τις μεσογειακές φώκιες μοναχούς για τις βασικές ανάγκες επιβίωσής τους, δηλαδή για το τρίχωμά τους, για λάδι, για κρέας και για την κατασκευή φαρμάκων. Αρχικά όμως δεν τις θανάτωναν σε τόσο μεγάλους αριθμούς ώστε να απειλήσουν την ύπαρξή τους ως είδος.


Εξαιτίας της φυσικής ευπιστίας του χαρακτήρα τους, γινόντουσαν εύκολα θύματα για τους κυνηγούς και τους ψαράδες που χρησιμοποιούσαν ρόπαλα, λόγχες (καμάκια) και δίχτυα για να τις αιχμαλωτίσουν και να τις θανατώσουν στη συνέχεια. Το δέρμα τους χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή σκηνών ενώ πίστευαν πως μπορούσε να παρέχει προστασία ενάντια στα χειρότερα μετεωρολογικά φαινόμενα και κυρίως από τους κεραυνούς. Από τα δέρματα τους κατασκεύαζαν επίσης υποδήματα και ρούχα και το λίπος τους χρησιμοποιούνταν για λάμπες λαδιού και για κεριά (σπαρματσέτα). Επειδή οι φώκιες αυτές κοιμόντουσαν πολύ βαθιά, θεωρούνταν πως το δεξί πτερύγιό τους, αν τοποθετούνταν κάτω από το μαξιλάρι, μπορούσε να θεραπεύσει τις αϋπνίες. Το λίπος χρησιμοποιούνταν ακόμα ως φάρμακο για πληγές, κακώσεις και τραύματα και για τους ανθρώπους και για τα οικόσιτα ζώα.


Στοιχεία δείχνουν πως το είδος μειώθηκε αισθητά σε αριθμό κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια. Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας, ο περιορισμός της ζήτησης, κατά πάσα πιθανότητα επέτρεψε στη φώκια μοναχό να ανακάμψει παροδικά, όχι όμως σε σημείο που να έφτανε τον προηγούμενο αριθμό του πληθυσμού της. Η εμπορική αξιοποίησή της αυξήθηκε και πάλι σε συγκεκριμένες περιοχές κατά τον Μεσαίωνα, με αποτέλεσμα να εξαλειφθούν εντελώς οι μεγαλύτερες αποικίες που είχαν γλυτώσει από το προηγούμενο κύμα καταδίωξής της. Επιπλέον και όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο, τα εναπομείναντα ζώα σταμάτησαν να συναθροίζονται σε ανοιχτές παραλίες και βράχους, αλλά αναζήτησαν καταφύγιο κατά μήκος δυσπρόσιτων ακτών με απότομα βράχια και σε σπηλιές, συχνά μάλιστα σε αυτές που η είσοδός τους βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η μαζική καταστροφή των δύο παγκοσμίων πολέμων, η βιομηχανική επανάσταση, η άνθηση του τουρισμού και η εκκίνηση του βιομηχανικού ψαρέματος, όλα μαζί συνετέλεσαν στην μαζική μείωση του αριθμού της φώκιας μοναχού και της επακόλουθης εξαφάνισής της από ένα μεγάλο μέρος των προηγούμενων χώρων κατοικίας της.


Καθ'αυτόν τον τρόπο, ενώ παλαιότερα υπήρχαν αποικίες της σε ολόκληρη την Μεσόγειο, στην θάλασσα του Μαρμαρά και την Μαύρη θάλασσα καθώς και στις αφρικανικές ακτές στον Ατλαντικό, στο Πράσινο Ακρωτήρι στα Κανάρια στην Μαδέιρα και στις Αζόρες πλέον έχει εξαφανιστεί από τα περισσότερα αυτά μέρη. Τον προηγούμενο αιώνα εξαφανίστηκε από την Γαλλία και την Κορσική, την Ισπανία και τις Βαλεαρίδες, την Ιταλία και την Σικελία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και το Λίβανο. Πρόσφατα φέρεται να έχει εξαφανιστεί και από την Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, να και ενίοτε υπάρχουν αναφορές για την εμφάνισή της, ουσιαστικά έχει εξαλειφθείκαι από την Σαρδηνία, τις Αδριατικές ακτές, την Κροατία και την  θάλασσα του Μαρμαρά. Τέλος, ελάχιστες μόνο παραμένουν στις μεσογειακές ακτές του Μαρόκου. Λόγω λοιπόν του φαινομένου αυτού, όπως προείπαμε, παραμένουν εν ζωή μόνο δύο είδη της, της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και του Νοτιαναντολικού Ατλαντικού, στις βορειοδυτικές ακτές της Αφρικής. Επίσης οι συναλλαγές μεταξύ των δύο θεωρούνται εξαιρετικά απίθανες λόγω της απόστασης που τις χωρίζει


Στην Ελλάδα τώρα, όπου ο πληθυσμός της παρακολουθείται στενά για λόγους προστασίας, ιδανική τοποθεσία για την αναπαραγωγή της θεωρείται η Γυάρος, λόγω της μορφολογίας της, μιας και διαθέτει τον μεγαλύτερο λόγο ιδανικών σπηλιών/ ανοικτών παραλιών με 1 ανά 3,36 χιλιόμετρα ενώ αρκετά κοντά βρίσκεται και η Κίμωλος με 1 ανά 3,73. Οι Βόρειες Σποράδες και η Κάρπαθος-Σαρία έχουν πολύ μικρότερο ποσοστό. Χαρακτηριστικό είναι πως στην Γυάρο έχει παρατηρηθεί ο μεγαλύτερος αριθμός ταυτόχρονης παρουσίας νεογνών με 6.


Το πρώτο φωκάκι για φέτος γεννήθηκε στις 27 Μαΐου στις Κυκλάδες, σε ένα ασυνήθιστο γεγονός, μιας και ο κύκλος αναπαραγωγής της φώκιας μοναχού στην Μεσόγειο ξεκινά στα τέλη του καλοκαιριού και κορυφώνεται τον Οκτώβριο. Άλλα πέντε γεννήθηκαν λίγο αργότερα πάλι στις Κυκλάδες. Πέρσι, καταγράφηκαν 52 συνολικά νεογέννητα φωκάκια, με τα περισσότερα στις Κυκλάδες, όπου γεννήθηκαν 26 και τα λιγότερα στο Ιόνιο, όπου γεννήθηκαν δύο


Μεγάλη βοήθεια στην προστασία της έδωσε το γεγονός της ίδρυσης Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου Βορείων Σποράδων, το 2003 καθώς και του  Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου, το 2000 ενώ σύντομα αναμένεται να γίνει κάτι παρόμοιο για τα σημεία αναπαραγωγής της στο Αιγαίο. Καθοριστικό ρόλο στις ιδρύσεις αυτές έπαιξε η με κερδοσκοποκή, μη κυβερνητική οργάνωση ΜOm-Εταιρία για τη Μελέτη και Προστασία της Μεσογειακής Φώκιας